ΔΡΟΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΤΡΙΝΑ ΤΟΞΩΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ

Ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιαίς , φκιάνουν και μοναστήρια ,
Φκιάνουν και πετρογιόφυρα , για να περνάη ο κόσμος ,
Κ ’ εγώ καλό δεν έκαμα χώρι ’ από κακωσύναις .

                                                 «Ο εξομολογούμενος κλέφτης ». Δημοτικό τραγούδι Ηπείρου .
 

    Καμάρες από πέτρα, τοξωτά αριστουργήματα, περίτεχνα μνημεία της ανάγκης επικοινωνίας των ανθρώπων στους αιώνες που πέρασαν. Τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια εξακολουθούν να μαγνητίζουν το βλέμμα και την ψυχή των ανθρώπων ως σήμερα.
   
 Η Ελλάδα, χώρα ορεινή, παρουσιάζει έντονο γεωμορφολογικό ανάγλυφο που χαρακτηρίζεται από το πλήθος των ποταμών και των ρεμάτων. Η ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία τους οδήγησε στην κατασκευή γεφυριών που υπερπηδούν τα υδάτινα εμπόδια. Σαν δομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε η πέτρα, υλικό άφθονο στη χώρα μας. Η πείρα αιώνων προέκρινε σαν ανθεκτικότερες κατασκευές τα ημικυκλικά τόξα, που περήφανα υψώθηκαν σε κάμπους και βουνά. Τα γεφύρια, έργα με ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες, στήθηκαν κατά μήκος των μεγάλων εμπορικών δρόμων κυρίως.

γεφύρι  της Πέτρας

     Όλη η Ελλάδα είναι γνωστή για τα πέτρινα γεφύρια της. Στην Ήπειρο όμως βρίσκονται τα πιο παλιά και τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα. Οι λόγοι της δημιουργίας τους είναι καθαρά κυκλοφοριακοί. Η περιοχή διατρέχεται από πολλά ποτάμια, που αν και το καλοκαίρι είναι σχεδόν ξερά, το χειμώνα είναι πολύ άγρια και ορμητικά.

     Παράλληλα με την ανάπτυξη οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, που ξεπερνούσαν τα όρια του κάθε οικισμού, άρχισαν να χτίζονται γέφυρες, που ένωναν τους μαχαλάδες μεταξύ τους και με τους τόπους εργασίας των κατοίκων (γεωργία και κυρίως κτηνοτροφία). Αργότερα με τα καραβάνια που πραγματοποιούσαν τη διακίνηση του εμπορίου για τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, η ανάγκη για την ζεύξη των ποταμών έγινε επιτακτική. Στην αρχή έγιναν πρόχειρες, ξύλινες κατασκευές και από τα μέσα του 18ου αιώνα, άρχισαν να χτίζονται γεφύρια πέτρινα, γερά, με την χρηματοδότηση πλούσιων κατοίκων της περιοχής, προκρίτων και μεταναστών, που έδωσαν και το όνομά τους σε αυτά. Όλα τα γεφύρια έγιναν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο της ακμής του Ζαγορίου.

  
  Είναι χτισμένα από τους Κιοπρουλήδες – συντεχνείες μαστόρων ειδικευμένων στο χτίσιμο γεφυριών. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το βασικό δομικό υλικό είναι η πέτρα, δουλεμένη με μαντέμι σε στρώσεις κανονικές, με συνδετικό κονίαμα, το κουρασάν. Πρώτα έστηναν τον ξυλότυπο. Το χτίσιμο άρχιζε ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές και προχωρούσε σιγά σιγά προς την κορυφή, διαμορφώνοντας το τόξο με τρόπο, που να αντιμετωπίζονται οι πλευρικές ωθήσεις και η πίεση του νερού.

γεφύρι Πόρτας Τρικάλων ή Αγίου Βησσαρίωνα

     Το μεγαλύτερο βάρος στην κατασκευή έχει η θεμελίωση. Γενικά χρησιμοποιούσαν πέτρες μικρού μεγέθους, εκτός από τα σημεία της έδρασης στους βράχους, όπου οι πέτρες είναι μεγαλύτερες σε σημεία στα οποία το ποτάμι στενεύει και τα βράχια είναι πολλά και στέρεα.
     Διαφέρουν ως προς την ποικιλία της μορφής τους – ποικιλία που καθορίζεται από το μέγεθος και τον αριθμό των τόξων. Μονότοξα, Δίτοξα, Τρίτοξα ή και με περισσότερα τόξα, ημικυκλικά ή οξυκόρυφα, έχουν προκύψει από το πλάτος του ποταμού και το μεράκι του μάστορα. Αληθινά κομψοτεχνήματα, ριζωμένα στα βράχια, αγκαλιά με τα δένδρα και τα λουλούδια να συμπληρώνουν διακριτικά την ομορφιά της φύσης.
     Εκτός από τα βασικά τόξα, υπάρχουν στην βάση ή στον κορμό τους, τόξα και καμάρες μικρές, που ελαφραίνουν την όλη κατασκευή (ανακουφιστικά τόξα) και επιτρέπουν την γρήγορη διέλευση νερού σε περίπτωση πλημμύρας. Το πλάτος τους είναι αρκετά στενό, συνήθως γύρω στα δύο μέτρα. Το οδόστρωμα είναι λιθόστρωτο, διαμορφωμένο ακριβώς όπως τα καλντερίμια των χωριών, με μαύρη πέτρα και άσπρες αρκάδες (πέτρες στενόμακρες) και ακολουθεί τις καμπύλες των τόξων, δίνοντας τέλειο αισθητικό αποτέλεσμα: ανάλαφρα όσο οπουδήποτε αλλού, ενταγμένα στο τοπίο γύρω τους. Στο σημείο όπου υπάρχει απότομη κλίση, γίνονται κεκλιμένα επίπεδα. Στα πλάγια «σήκωναν» πεζούλια για την προστασία των περαστικών. Τα πεζούλια αυτά διαμορφώνονται με αρκάδες, βαλμένες κάθετα στην επιφάνεια του λιθόστρωτου. Σε αρκετά γεφύρια δεν σώζονται οι αρκάδες – λόγω ενός εθίμου που υπήρχε στην περιοχή. Συχνά σε κάθε γεφύρι ύπηρχε κάποιο κτίσμα σημαντικό για τους κατοίκους: μύλος ή χάνι.

γεφύρι Ζιάκα - Γρεβενά

      Στην ηπειρωτική κυρίως και λιγότερο στη νησιωτική Ελλάδα υπάρχουν μερικές χιλιάδες πέτρινα τοξωτά γεφύρια από τα οποία μερικά χρησιμοποιούνται όπως παλιά, μερικά έχουν εγκαταλειφθεί ή χρησιμοποιούνται με διαφορετικό τρόπο (π.χ. διαπλατύνθηκαν για να επιτρέπουν τη διέλευση τροχοφόρων). Δυστυχώς, αρκετά απ’ αυτά τα γεφύρια έχουν καταστραφεί μερικώς ή ολοσχερώς από φυσικά αίτια, όπως σεισμικές δονήσεις, καταρρεύσεις από πλημμύρες, και από ανθρωπογενείς παράγοντες, όπως ανατινάξεις στη διάρκεια πολεμικών συρράξεων, καταβυθίσεις σε τεχνητές λίμνες.
      Μπορεί μα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού εκείνα που χρησιμοποιούνται καθημερινά, όμως τίποτα δεν μειώνει την αξία τους και – το πιο σημαντικό- κανένα δεν προσβάλλει την αισθητική του χώρου. Σήμερα, νέοι δρόμοι φτιάχτηκαν και τη θέση των παλιών πέτρινων γεφυριών πήραν νέες κατασκευές από τσιμέντο. Ομοιόμορφες, άχαρες κατασκευές με χρηστική μόνο αξία.

      Τα παλιά γεφύρια, μακριά από τους σύγχρονους προορισμούς, ερημώνουν και καταρρέουν. Δείγματα λαμπρού πολιτισμού που θα έπρεπε να διαφυλαχτούν με κάθε θυσία, αφήνονται στην τύχη τους. Άγνωστα τα περισσότερα στο πλατύ κοινό, κρυμμένα σε απόκρημνα φαράγγια ή σκεπασμένα από τη λάσπη των αιώνων.

Πετρογέφυρο Πηνειού κοντά στο Δέλτα

     Τα γεφύρια, αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνικού τοπίου, είναι άρρηκτα δεμένα και με λαϊκούς μύθους. Οι ελλείψεις στα κατασκευαστικά μέσα του 17ου-18ου αι., όπου αυτά τα γοητευτικά δημιουργήματα του ανθρώπου γκρεμίζονταν σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξήραν τη φαντασία του λαού μας, που φαίνεται ότι απέδιδε την αποτυχία σε κάποιο φυσικό oν, που εχθρεύονταν τους μαστόρους και χαλούσε τις κατασκευές τους. Χαρακτηριστικό είναι το πέτρινο γεφύρι της Άρτας που έχει τραγουδηθεί περισσότερο από κάθε άλλο.

       Σύμφωνα με τη λαϊκή μας παράδοση, το γεφύρι θα μπορούσε να στεριώσει μόνο αν ο πρωτομάστορας θυσίαζε τη γυναίκα του και κατεύναζε έτσι την οργή του στοιχειού. Ένας άλλος πάλι λαϊκός μύθος για το Λάδωνα, παραπόταμο του Αλφειού, έλεγε ότι το γεφύρι ήταν στοιχειωμένο, γιατί κάποτε στα θεμέλια του θυσιάστηκαν δύο άνθρωποι προκειμένου να στεριώσει. Τέλος, ένας διαφορετικός θρύλος μας περιγράφει το πώς χτίστηκε το "Γεφύρι του Διαβόλου" στον Κρεμαστό ποταμό στην Τροιζήνα. Ένας πασάς θέλησε να γεφυρώσει το ποτάμι προκειμένου να πηγαίνει για κυνήγι. Το έργο ανέλαβε ένας φτωχός τεχνίτης έναντι μικρής αμοιβής. Οι δύο αποτυχημένες προσπάθειές του όμως, τον ανάγκασαν να συνωμοτήσει με το διάβολο, ο οποίος και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει, αρκεί να του έδινε ότι ζητούσε. Το γεφύρι στέριωσε, αλλά τόσο ο μάστορας όσο και η οικογένειά του χάθηκαν αργότερα.

      Τα γεφύρια αποτελούν βαριά μνημεία πέτρας με παράξενα ονόματα , και θρύλους παλιούς κρεμασμένους στα παραπέτα , σαν ημιτελείς τροχιές μνήμης , καμάρες ανάμεσα στο τότε και στο τώρα . Σαν παραμύθι . Ένα παραμύθι δημιουργημένο από τον ίδιο τον άνθρωπο , στηριζόμενο στις ανησυχίες , τους φόβους και τις προλήψεις του . Η ιστορία και η παράδοση όμως μας θυμίζουν την ύπαρξή τους όχι μόνο με τα τραγούδια , τους μύθους , τα ιστορικά γεγονότα , αλλά και με κατάλοιπα της ίδιας της ζωής , εποχών που έχουν περάσει ... απομεινάρια που προδίδουν την καθημερινότητα ανθρώπων αλλοτινών καιρών και τώρα πια «μνημεία αναμνήσεων ». Τέτοια είναι και τα γεφύρια αυτά καθ ’αυτά που στολίζουν την Ελλάδα .

     Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε ένα σύντομο οδοιπορικό στη "γη των γεφυριών" την Πίνδο και θα σας παρουσιάσουμε μερικά από τα εντυπωσιακότερα και πιο γνωστά γεφύρια του Ελλαδικού χώρου.

ΗΠΕΙΡΟΣ

     Λένε πως η ονομασία Ήπειρος προέρχεται από το αρχαίο «άπειρος». Ήπειρος, άπειρος χώρα. Για να την περπατήσει κανείς ήθελε χρόνο πολύ και κόπο άλλο τόσο. Βουνά, χαράδρες, ποτάμια, φαράγγια, νερά κλείναν τον δρόμο. Όμως, ο άνθρωπος εδώ πάνω πάντα ταξίδευε. Μοίρα του, για να βγάλει τον επιούσιο, ν’ αλλάζει συνέχεια τόπο. Γι’ αυτό έφτιαχνε γεφύρια: μονότοξα, δίτοξα, πολύτοξα γεφύρια. «Για να χτίσεις γιοφύρι», λέγανε οι παλιοί μαστόροι, οι «πετράδες» της Ηπείρου, «πρέπει να πιάνει το χέρι και η καρδιά σου». Μόνο οι καλύτεροι είχαν ειδικευτεί σ’ αυτό, γεφυράδες περιώνυμοι, οι περίφημοι κιοπρουλήδες. Σήμερα, από τα 700 πέτρινα, θολωτά, ηπειρώτικα γεφύρια, απομένουν ελάχιστα. Βαριά μνημεία πέτρας με παράξενα ονόματα, και θρύλους παλιούς κρεμασμένους στα παραπέτα, σαν ημιτελείς τροχιές μνήμης, καμάρες ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Σαν παραμύθι…

    Πίσω από τα αγέρωχα ηπειρώτικα βουνά, όπως σημαίνει και το όνομά του στα σλάβικα, βρίσκεται το σύμπλεγμα των 46 χωριών του Ζαγορίου. Σε μια περιοχή που θα μπορούσε να αποτελέσει τον ορισμό της αρμονίας μεταξύ ανθρώπου και φύσης, το βασίλειο της πέτρας δίνει τον τόνο και το χρώμα στους οικισμούς. Χαμένα στη χρωματική παλέτα της πέτρας, του νερού και των δασωμένων πλαγιών, τα Ζαγοροχώρια κατάφεραν κυρίως λόγω της απομόνωσής τους, να μεταφέρουν ανέπαφο στον 21ο αιώνα το άρωμα άλλων εποχών, όταν η μεγαλύτερη μαστοριά ήταν το λάξευμα της πέτρας και η μεγαλύτερη κατάκτηση το αρμονικό ταίριασμα ανθρώπων και κτιρίων με το μεγαλειώδες τοπίο που τα αγκαλιάζει.

     Πέτρινα γεφύρια που μοιάζουν βγαλμένα από κάποιο παραμύθι, πυκνή βλάστηση και μοναδικές εικόνες που δημιουργούνται καθώς το φως του ήλιου αντανακλάται πάνω στα πεντακάθαρα νερά συνθέτουν ένα τοπίο που γοητεύει και ανταμείβει ακόμη και τους ορκισμένους εχθρούς της πεζοπορίας

1. Το γεφύρι του Βοϊδομάτη ή της Κλειδονιάς :

      Είναι χτισμένο στο χωριό Κλειδωνιά εκεί όπου τελειώνει η χαράδρα του Βίκου και αρχίζει ο κάμπος , ενώνοντας την Κόνιτσα με το δυτικό Ζαγόρι . Πρόκειται για μονότοξο πέτρινο γεφύρι , το τόξο του οποίου έχει άνοιγμα 20 μ . και ύψος 9,15 μ . Διαθέτει χαμηλό προστατευτικό στηθαίο από ασύμμετρες πέτρες , ενώ το κατάστρωμα είναι κατασκευασμένο από καλντερίμι . Είχε χτιστεί κατά τους Βυζαντινούς χρόνους , αλλά κατέρρευσε . Ξαναχτίστηκε το 1844 αλλά είχε την ίδια τύχη . Τέλος , το 1853 πήρε τη σημερινή του μορφή με έξοδα της Μπαλκίζ Χανούμ και κόστισε 37000 γρόσια . Σύμφωνα με την παράδοση , πάνω στην καμάρα του πραγματοποιήθηκε μια αιματηρή συμπλοκή μεταξύ δύο οικογενειών για λόγους τιμής .

2. Το γεφύρι του Πλακίδα ή Καλογερικό :

     Βρίσκεται στους Κήπους του Ζαγορίου και αποτελείται από τρία τόξα . Η επιφάνεια διάβασής του ακολουθεί μία ρυθμική κίνηση , στην οποία οφείλει τον χαρακτηρισμό του “κάμπια εν κινήσει ”. Στην ιδιότητα αυτή συμβάλλουν τα οδοντωτά περβάζια που διαθέτει . Αρχικά ήταν ξύλινο αλλά το 1814 μετατράπηκε σε πέτρινο από τον ηγούμενο του μοναστηρίου των Κήπων , Σεραφείμ , από τον οποίο πήρε την ονομασία Καλογερικό . Το κόστος ανήλθε στα 20000 γρόσια . Η ονομασία Πλακίδα άρχισε να χρησιμοποιείται το 1865, ύστερα από χρόνια επισκευής από τον Αλέξη Πλακίδα και τον αδελφό του , Ανδρέα . Εξυπηρετούσε τους κατοίκους των γύρω χωριών για τη μεταφορά ξυλείας και για τη χρήση του μύλου.

3. Το γεφύρι του Νούτσου ή Κοκκόρου:

       Πρόκειται για πέτρινο μονότοξο γεφύρι , το οποίο διασχίζει το Βίκο , μεταξύ των χωριών Κουκούλι – Δίλοφο και Κήποι , στην περιοχή του Κεντρικού Ζαγορίου . Εδώ παρατηρείται ένας έξυπνος κατασκευαστικός ελιγμός • ο μάστορας προκειμένου να εκμεταλλευτεί το στένεμα του ποταμού , παρακάμπτει την ευθεία του δρόμου , χτίζοντας τα καλντερίμια που οδηγούν στο γεφύρι παράλληλα προς την κοίτη . Αρχικά κατασκευάστηκε το 1750 με έξοδα του Νούτσου Κοντοδήμου και ανακατασκευάστηκε το 1768 από τον Καπεσοβίτη Νούτσο Καραμεσίνη . Το 1910 έπαθε σοβαρές ζημιές και τα γύρω χωριά μαζί με το τουρκικό δημόσιο ανέλαβαν την επισκευή του . Η δεύτερη ονομασία του (Κοκκόρου ) οφείλεται στον ιδιοκτήτη του γειτονικού μύλου , ο οποίος κατά καιρούς έκανε μικροδιορθώσεις στο γεφύρι . Η σημασία του για την επικοινωνία είναι μεγάλη , καθώς βρίσκεται επάνω στον κεντρικό δρόμο για το Ζαγόρι .

4. Το γεφύρι του Μίσιου:

      Το Γεφύρι του Μίσιου βρίσκεται στην κοιλάδα του Ξηροπόταμου, ανάμεσα στα χωριά Κουκούλι και Βίτσα. Η πρόσβαση σ' αυτό γίνεται από ένα σημείο του δρόμου προς Κουκούλι, λίγο πριν το χωριό, όπου στα αριστερά του δρόμου υπάρχει μικρή πινακίδα που δείχνει την αρχή του μονοπατιού. Το πλακόστρωτο μονοπάτι κατηφορίζει προς την κοιλάδα και μετά από περίπου 15λ έχει οδηγήσει στο γεφύρι. Περνώντας το γεφύρι, το μονοπάτι συνεχίζει προς Βίτσα.

Κτίστηκε το 1748 με χρηματοδότηση του Μίσιου από το Μονοδένδρι για να συνδέσει το Κουκούλι με την Βίτσα, καθώς περνάει από αυτό μια από τις διασωζόμενες και καλοσυντηρημένες «σκάλες» του Ζαγορίου η οποία αποτελεί σήμερα κλασική πεζοπορική διαδρομή.

Το γεφύρι είναι δίτοξο, με μια μεγάλη καμάρα και μια μικρότερη, καλά συντηρημένο και ενώνει τις όχθες του Ξηροπόταμου σε ένα μέρος απόλυτης ηρεμίας, γαλήνης και επαφής με τη φύση, αν και βρίσκεται λίγα μόλις βήματα από τον σύγχρονο πολιτισμό. Εδώ δεν θα βρείτε δεκάδες επισκέπτες και παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Μπορεί όμως να συναντήσετε αναρριχητές που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στις αναρριχητικές διαδρομές που έχουν ανοιχτεί πάνω στους εντυπωσιακούς πύργους, ακριβώς δίπλα από το γεφύρι.

5. Γεφύρι του Μύλου:

    Γεφύρι “του Μύλου” (1748 – δίτοξο)  αποτελείται από δύο μεγάλες καμάρες και μια ψευτοκαμάρα. Βρίσκεται νοτιοανατολικά από το χωριό Κήποι (Μπάγια), στο Μπαγιώτικο και περίπου 1 χιλιόμετρο πριν συναντήσει τον Βίκο. Κτίστηκε το 1748 και η ονομασία του οφείλεται στον εκκλησιαστικό μύλο που υπάρχει δίπλα. Διευκόλυνε τους κατοίκους των Κήπων, που πήγαιναν να αλέσουν ή να καλλιεργήσουν τους ποτιστικούς κήπου, καθώς και εκείνους που πήγαιναν τα παλιότερα χρόνια στα Γιάννενα από το δρόμο της Γκασούρας) “έκοβαν δρόμο”.
    Γεφύρι δεμένο με τη φύση και την παράδοση (τα Θεοφάνεια ο παπάς από την κορυφή του ρίχνει το σταυρό στα νερά, σε χαρακτηριστική οβίρα). Το γεφύρι έχει ήρεμη όψη, όπως και η γύρω περιοχή. Ανάμεσα στα δύο τόξα υπάρχει εντοιχισμένη μαύρη πέτρα με μια επιγραφή γραμμένη “βουστροφηδόν” (σύμφωνα με την κίνηση των βοδιών όταν οργώνουν).

6. Γεφύρι του Κοντοδήμου ή Λαζαρίδη:

    Το Γεφύρι του Κοντοδήμου θα το συναντήσετε ανάμεσα από τα χωριά Κήπους και Κουκούλι των Ζαγοροχωρίων. Βρίσκεται στην θέση «Καντήλα» πάνω στο Βικάκι και σαν κατασκευή ολοκληρώθηκε το 1764. Ένας διερμηνέας της Γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη ονόματι Τόλης Κοντοδήμος, από τον οποίο πήρε και την ονομασία του το γεφύρι διέθεσε το σημαντικό ποσόν που χρειάστηκε για το χτίσιμο του γεφυριού, η κατασκευή του οποίου την ξεκίνησε το 1753.
      Το γεφύρι του Κοντοδήμου είναι γνωστό στην περιοχή των Ζαγοροχωρίων και με μία ακόμη δεύτερη ονομασία. Η δεύτερη ονομασία του γεφυριού είναι του "Λαζαρίδη". Ονομασία η οποία οφείλεται στην ύπαρξη δίπλα από το γεφύρι ενός μύλου με ιδιοκτήτη τον ομώνυμο κάτοικο της περιοχής. Ερείπια του μύλου μπορείτε να επισκεφθείτε ακόμη και σήμερα.
 

7. Θεογέφυρο:

      Μετά τη Ζίτσα, κοντά στο χωριό Λίθινο, ο Καλαμάς έκανε το θαύμα του. Σκάλισε με τα άγρια νερά του τον μεγάλο βράχο και παρουσίασε το παράξενο δημιούργημα «Το Θεογέφυρο» που επί αιώνες διευκόλυνε το πέρασμα του ποταμού μια και αυτός με τα πολλά νερά του δεν επέτρεπε αλλού τη διάβαση.
      Δεν ξέρω, αλλά ούτε σκέψεις δεν μπορεί να έχει κάποιος μπροστά σ' αυτό το θέαμα… Το Θεογέφυρο είναι εντυπωσιακό. Ένα φυσικό γεφύρι, ή ένα θαύμα της φύσης;  Ότι και να είναι ή καλύτερα όπως θέλει να το δει κανείς δεν έχει τόσο σημασία. Είναι από τα σημεία της γης που αν δεν βρεθείς εκεί δεν μπορείς να ξέρεις, σχεδόν ούτε καν μπορείς να φανταστείς την εικόνα με την οποία θέλεις να το κρατήσεις μέσα σου...

     Έχει μήκος περίπου 45 μέτρα, πλάτος 3-4 μέτρα και βρίσκεται 20 περίπου μέτρα πιο ψηλά από τα νερά του ποταμού. Το σχήμα του όμοιο με αυτό που το ανθρώπινο χέρι έχει δώσει στα διάφορα πέτρινα γεφύρια. Τοξωτό. Με την διαφορά ότι η φύση, που πήρε την θέση του ανθρώπινου παράγοντα στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν τόσο λεπτομερειακή.

8. Το γεφύρι του Καμπέρ-Aγά :

      Στον επαρχιακό ορεινό δρόμο που συνδέει τα Γιάννενα με το Αν. Ζαγόρι, κοντά στις πηγές του ποταμού Άραχθου, βρίσκεται το μονότοξο, οξύκορφο, συμμετρικό γεφύρι του Καμπέρ-Αγά. Το γεφύρι με το πέτρινο βήμα του δρασκελίζει την κοίτη του Ζαγορίτικου ποταμού (παραπόταμου του Άραχθου). Η ημερομηνία κατασκευής του είναι άγνωστη. Είναι όμως γνωστό ότι η κατασκευή του χρηματοδοτήθηκε από τον Καμπέρ- Αγά (τούρκος διοικητής της πόλης των Ιωαννίνων), απ' όπου πήρε και το όνομά του.

9. Το γεφύρι της Βοβούσας:

      Λίγο βορειότερα από τη γέφυρα του Καμπέρ-Αγά βρίσκεται το κεφαλοχώρι του Αν. Ζαγοριού, η Βοβούσα. Το χωριό είναι κτισμένο πλάι στον Αώο ποταμό, σε ύψος 1.000 μέτρων, καλά κρυμμένο στην καρδιά της Πίνδου. Μόνη επικοινωνία με τα υπόλοιπα Ζαγοροχώρια ήταν το μεγάλο μονότοξο γεφύρι που έκτισε το 1748 ο Αλέξης Μίσιος.  Χωρίζει το χωριό σε δυο γειτονιές, ανέκαθεν χρήσιμο στους κατοίκους του ακόμη, ακόμη και σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. Ακόμη αξίζει να αναφέρουμε το ξύλινο περβάζι με το οποίο περιστοιχίζεται, το οποίο ασφαλίζει τους διαβάτες και το ομορφαίνει. Το όμορφο γεφύρι της Βοβούσας είναι ένα από τα ελάχιστα παλιά πέτρινα γεφύρια που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούνται, καθώς ενώνει τις δύο γειτονιές του χωριού που βρίσκονται δεξιά και αριστερά του ποταμού.

10. Το γεφύρι της Κόνιτσας :

       Ο Αώος ποταμός γεννιέται στην Ήπειρο, στα υψίπεδα του Μετσόβου, στο νομό Ιωαννίνων. Μετά από μια ταραχώδη και αφρισμένη πορεία 45 χιλιομέτρων ξεφεύγει από το σφιχταγκάλιασμα των βουνών της Πίνδου και ξεχύνεται στον κάμπο της Κόνιτσας, κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Εκεί σε ένα στενό σημείο που οριοθετείται από γεροδεμένους βράχους, ύψωσε το 1871 ο Ζιώγας Φρόντζος, ξακουστός μάστορας της πέτρας από το γειτονικό χωριό Πυρσόγιαννη, το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι της Ελλάδας. Το κόστος της κατασκευής ανήλθε στα 12000 γρόσια . Είναι πιθανότατα το μεγαλύτερο σε ύψος και μήκος μονότοξο γεφύρι στην Ήπειρο και στην Ελλάδα , αφού το ύψος του φτάνει τα 20 μ . και το μήκος του τα 40 μ . Λόγω του μεγάλου του όγκου θεωρούνταν επικίνδυνο. Το γεφύρι σήμερα, αν και παροπλισμένο αξίζει να το επισκεφθεί κανείς. Η θέα από την κορφή του στο μεγαλειώδες φαράγγι, είναι ανυπέρβλητη.

11. Το γεφύρι της Άρτας :

      Βρίσκεται σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου νότια της Άρτας και γεφυρώνει τον Άραχθο ποταμό , εξυπηρετώντας βασικές οδικές ανάγκες της περιοχής . Κατά την περίοδο 1881- 1912, αποτέλεσε το σύνορο ανάμεσα στην Ελλάδα και το Οθωμανικό κράτος . Έχει ολικό μήκος 142 μ . και πλάτος 3,75 μ . Είναι λιθόκτιστο και αποτελείται από τέσσερα άνισα τόξα και πολλές μικρές ψευτοκαμάρες . Υπολογίζεται ότι χτίστηκε στην περίοδο 1602-1606 κατά την τουρκοκρατία ,στα συντρίμμια παλαιότερης γέφυρας . Χρηματοδοτήθηκε από τον Αρτινό παντοπώλη Γιάννη Θιακογιάννη – Γατοφάγο . Χρωστάει τη φήμη του στο ομώνυμο δημοτικό τραγούδι .



12. Το γεφύρι της Πλάκας :

     Βρίσκεται στον ποταμό Άραχθο , στο χωριό Πλάκα , στα σύνορα των νομών Άρτας και Ιωαννίνων . Διευκόλυνε την επικοινωνία ανάμεσα στα Τζουμέρκα και την Άρτα αλλά κατά την περίοδο 1881-1913 έπαψε να χρησιμοποιείται . Παρ ’ όλ ’ αυτά , η στρατηγική του θέση το καθιστούσε πάντα εξαιρετικά σημαντικό . Έχει πλάτος 3,20 μ . και μήκος 40 μ . ενώ το ύψος του στο υψηλότερο σημείο του τόξου φτάνει τα 20 μ Εξ ’ αιτίας της θέσης του είναι το δυσκολότερο μονότοξο γεφύρι στην κατασκευή . Ολοκληρώθηκε μέσα σε τρεις μήνες , αλλά η πρόωρη αφαίρεση των σκαλωσιών , την οποία επέβαλε η βροχή , προκάλεσε ελαφριά απόκλιση στο γεφύρι . Χτίστηκε το 1866 από τον Κώστα Μπέκα και κόστισε 187000 γρόσια , τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της εποχής .
 

 13. Το γεφύρι του Παπαστάθη :

      Βρίσκεται στον Άραχθο ποταμό , ανατολικά των Ιωαννίνων ανάμεσα στα χωριά Δρίσκος και Κράψη . Χτίστηκε το 1746, με χρήματα που κατάφερε να συγκεντρώσει ο ηγούμενος της μονής Βίλιζας , Αγάπιος , σε συνεργασία με τους κατοίκους των γύρω χωριών . Συνολικά στοίχισε 350 βενετικά φλουριά και κατασκευάστηκε προκειμένου να ενώσει το οδικό δίκτυο τοπικής εμβέλειας Ιωαννίνων , Συρράκου και Καλαρρύτων . Αποτελείται από τέσσερα άνισα και καλοχτισμένα τόξα , το συνολικό μήκος των οποίων φτάνει τα 85 μ . Ανάμεσά τους υπάρχουν τρία μακρόστενα ανακουφιστικά ανοίγματα . Το κατάστρωμα ακολουθεί τη γραμμή των τόξων , είναι στρωμένο από καλντερίμι και διαθέτει χαμηλό στηθαίο από κάθετες πέτρες .

      Κάποιες απ αυτές τις παραδόσεις επιχειρούν να ερμηνεύσουν και το όνομα του γεφυριού, θεωρώντας ότι Παπαστάθης ήταν το όνομα του ηγούμενου. Αναφέρεται επίσης ότι τα χρήματα που δόθηκαν για την κατασκευή του γεφυριού προέρχονταν από κάποιους ληστές, που θέλησαν να κλέψουν το μοναστήρι, αλλά με θαυματουργό τρόπο τράπηκαν σε φυγή και εγκατέλειψαν τα χρήματα. Όταν χτιζόταν το γεφύρι ο Παπαστάθης έριξε λίρες στα θεμέλια .Όταν πλημμυρίζει το ποτάμι, οι κάτοικοι των γύρω χωριών ισχυρίζονται ότι ακούν τις φωνές ενός αράπη κι ενός κόκκορα που, κατά την παράδοση, θάφτηκαν στη θεμελίωση του γεφυριού.
 

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

    Tα παλιά πέτρινα τοξωτά γεφύρια της Μακεδονίας, αποτελούν μνημεία της λαϊκής αρχιτεκτονικής και της ιστορίας μας και συμπληρώνουν την ομορφιά του τοπίου σε γνωστές και άγνωστες γωνιές της Μακεδόνικής γής. Σώζονται  122, συνολικά, πέτρινα γεφύρια στη  Μακεδονία. 

    Στο νομό Γρεβενών υπάρχουν 19 τέτοια γεφύρια, διάσπαρτα σε διάφορα σημεία. Τα πιο ενδιαφέροντα από αυτά βρίσκονται ανατολικά του όρους Όρλιακα, ενώνοντας τις όχθες του ποταμού Βενέτικου και των παραποτάμων του. Πρόκειται για τα γεφύρια του Ζιάκα, του Κατσούγιαννη, της Λιάτιστας και της Πορτίτσας, στη διαδρομή από τα χωριά Ζιάκας μέχρι Σπήλαιο, καθώς και για τα γεφύρια του Σπανού, του Σταυροπόταμου, του Αζίζ Αγά, και το γεφύρι στα Καγκέλια, που βρίσκονται στην παλιά διαδρομή από το χωριό Κοσμάτι μέχρι το χωριό Τρίκωμο. Τα εντυπωσιακότερα από αυτά είναι του Αζίζ Αγά και της Πορτίτσας.

   

     Τα πέτρινα γεφύρια της Καστοριάς αποτελούν μερικά από τα γραφικότερα αξιοθέατα της περιοχής. Οι μονότοξες κατασκευές, αριστουργηματικές εκφάνσεις της παραδοσιακής τοπικής αρχιτεκτονικής, ενώνουν τις όχθες του Αλιάκμονα και των παραποτάμων του, αποτελώντας μερικά από τα σημαντικότερα περάσματα των προηγούμενων αιώνων. Αναζητήστε τα γεφύρια της Ζούζουλης, του Κουτσιουμπλή, της Κορομηλιάς, της Παλιάς Κοτύλης και εκείνο στο Μπερίκι.

  

14. Το γεφύρι της Πορτίτσας στα Γρεβενά:

     Το γεφύρι αυτό της Μακεδονίας βρίσκεται στο νόμο Γρεβενών και απέχει από την ομώνυμη πρωτεύουσα 45 χιλιόμετρα. Σημείο προσέγγισης είναι το ορεινό χωριό Σπήλαιο. Ανάμεσα στη μια και μοναδική πέτρινη καμάρα του, κυλά τα πρώτα του νερά ο Βενέτικος, παραπόταμος του Αλιάκμονα, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος Ελληνικός ποταμός (μήκος 297 χιλιόμετρα).
     Η ευχάριστη αγκαλιά της κοιλάδας Κανάβι με τα νερά του ορεινού ρέματος να κυλούν νωχελικά ανάμεσα σε κροκάλες και πλατάνια, ημερεύει τη σκληρότητα της ορεινής γης. Στο βάθος το βράχινο φράγμα που σχηματίζουν σαν συμπληγάδες οι δυο αντικριστοί κάθετοι βράχοι, εμποδίζει αποφασιστικά το άπλωμα του μικρού οροπεδίου. Μπροστά από το στενόμακρο στόμιο του φαραγγιού που χάσκει σαν πόρτα που ξεχάστηκε ανοικτή, το πέτρινο γεφύρι της Πορτίτσας δρασκελίζει το ποτάμι δίνοντας, από το 1830 έως σήμερα, διέξοδο στην επικοινωνία των ντόπιων ανάμεσα στο Σπήλαιο και το Μοναχίτι.

 

15. Το γεφύρι του Αζίζ -Αγά:

      Κοντά στο χωριό Τρίκομο του νομού Γρεβενών, στις ανατολικές υπώρειες της Πίνδου βρίσκεται το μονότοξο γεφύρι του Αζίζ-Αγά. Το θεόρατο πέτρινο οικοδόμημα διαθέτει το μεγαλύτερο σε άνοιγμα τόξο από τα σωζόμενα γεφύρια της Μακεδονίας, που φθάνει τα 15 μέτρα και συνολικό μήκος τα 71 μέτρα. Κτίστηκε επί τουρκοκρατίας το 1727-με χίλιες δύο ταλαιπωρίες-και χρηματοδοτήθηκε από τον Αζίζ-Αγά. Στην πορεία της κατασκευής του αποδείχθηκε πολύ δύσκολο έργο, αφού κατέρρευσε δύο φορές και λίγο έλειψε να στοιχίσει το "κεφάλι" του πρωτομάστορα. Για καλή του τύχη όμως η τρίτη ανόρθωση ήταν επιτυχής και ο Αγάς ευχαριστημένος προχώρησε στην πληρωμή!

      Το σημαντικό αυτό γεφύρι βρισκόταν πάνω στις ορεινές μουλαρόστρατες που συνέδεαν την Ήπειρο με την Μακεδονία. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας διευκόλυνε το πέρασμα των τοπικών εμπόρων που μετέφεραν λάδι και στάρι, αλλά και των καραβανιών των ξενιτεμένων που έφευγαν για την ανατολική Ευρώπη. Ακόμα και σήμερα υπάρχει το κουδούνι κρεμασμένο στη μεσαία καμάρα που προειδοποιούσε για τον κίνδυνο του δυνατού αέρα.

 

16. Το γεφύρι της Πραμόριτσας:

       Σε μικρή απόσταση από τον εθνικό δρόμο Κοζάνης - Ιωαννίνων κοντά στην κωμόπολη Τσοτύλι, στις υπώρειες του όρους Βόιο (1802 υψ.) δρασκελίζει με τα αλλεπάλληλα τόξα του το ποτάμι της Πραμόριτσας, ένα πραγματικά πανέμορφο γεφύρι. Με συνολικό μήκος που αγγίζει τα 49 μέτρα, το τετράτοξο οικοδόμημα διεκδικεί τον τίτλο του μεγαλύτερου σε μήκος γεφυριού της Μακεδονίας.
    Παλαιοτέρα το εντυπωσιακό αυτό κτίσμα ήταν εξαιρετικά ζωτικής σημασίας, αφού βρισκόταν πάνω στον κεντρικό δρόμο που συνέδεε την πόλη των Γρεβενών με το εμπορικό κέντρο του Τσοτυλίου και εξυπηρετούσε τις μετακινήσεις των κοπαδιών του Βόιου προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας. Κτίσθηκε πιθανόν στα μέσα του 18ου αιώνα, με τη χρηματοδότηση κάποιου τσέλιγκα που έχασε τη μονάκριβη κόρη του από τα ορμητικά νερά του ποταμού.


ΘΕΣΣΑΛΙΑ

      Τα γεφύρια, εξαίρετα δείγματα λαϊκής παράδοσης, βρίσκονται φωλιασμένα μέσα σε σκοτεινά δάση και συνδέονται με «σκοτεινούς» θρύλους, εξάπτοντας τη φαντασία. Λέγεται για παράδειγμα ότι τα ορμητικά νερά του Ασπροποτάμου γκρέμιζαν συνεχώς το Γεφύρι της Γριάς στο φαράγγι της Μάνας, ανάμεσα στο Περτούλι και το Νεραϊδοχώρι. Ο πρωτομάστορας θεωρούσε ότι μόνο με αίμα ανθρώπου μπορούσε να στεριώσει η κατασκευή του και βρήκε το ιδανικό θύμα στο πρόσωπο μιας περαστικής γριάς ζητιάνας που χτίστηκε στα θεμέλια. Ιστορίες κατοίκων που ίσως φτάσουν στα αυτιά σας θα μιλούν για ελαφροΐσκιωτους διαβάτες που ακούνε το θρήνο της γριάς ή την βλέπουν να στέκει στο γεφύρι, αλλά σίγουρα δεν πρέπει να σας πτοήσουν.

17. Το μονότοξο γεφύρι της Πύλης :

      Ο δρόμος για την Νότια Πίνδο περνά υποχρεωτικά από την ημιορεινή πολίχνη Πύλη που απέχει 19 χλμ. από Τρίκαλα. Η κωμόπολη έχει πάρει αυτό το όνομα από τη φυσική της θέση. Πραγματικά για τους ταξιδιώτες που κατεβαίνουν από τα βουνά, η τοποθεσία είναι μία πύλη προς τον κάμπο της Θεσσαλίας, ενώ για αυτούς που αφήνουν την πεδιάδα και ανηφορίζουν για την Πίνδο, μοιάζει με μεγάλη φυσική πόρτα. Ένα παλιό μονότοξο γεφύρι οριοθετεί την έναρξη της ανάβασης, προσφέροντας το μοναδικό πέρασμα του αφρισμένου Πορταίτικου ποταμού. Το σημαντικό αυτό τεχνικό έργο εκείνης της εποχής, κτίστηκε το 1514 από τον Αγ. Βησσαρίωνα και ονομάζεται επίσης γεφύρι της Πόρτας.

 

18. Το γεφύρι της Σαρακίνας:

      Βρίσκεται 1500μ. περίπου μετά το χωριό Σαρακίνα και εξυπηρετεί ακόμα και σήμερα τη συγκοινωνία προς Διάβα. Γεφυρώνει τον ποταμό Πηνειό (Σαλαμπριά). Παλαιότερα εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία προς τα χωριά της Πίνδου και την Ήπειρο.
     Το συνολικό μήκος του γεφυριού είναι 123 μ. Από το παλιό γεφύρι σήμερα σώζονται 4 τόξα ημικυκλικής μορφής. Το γεφύρι «έκτισε» ο Άγιος Βησσαρίων το 1520 και είναι το πιο αξιόλογο και σημαντικό μνημείο τέχνης, της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, στο νομό Τρικάλων. Συνδέεται με την ιστορική μάχη της 7ης Απριλίου 1878, όπου τα επαναστατικά σώματα των οπλαρχηγών Δ. Κουκουράβα, Β. Χοστέβα και Ν. Πασχάλη νίκησαν τουρκικό σώμα πάνω και γύρω από το γεφύρι, όπου 9 Τούρκοι σκοτώθηκαν και αρκετοί πνίγηκαν. Οι επαναστάτες είχαν μόνον μερικούς τραυματίες.


ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

    Η Ευρυτανία είναι ένας τόπος  γεμάτος πέτρινα μονότοξα γεφύρια που μαρτυρούν την καταγωγή των κατασκευαστών τους από την Άρτα και τα Γιάννενα. Ολα κτισμένα την εποχή γύρω στο 1650-1750. Μέχρι πρόσφατα, τα πέτρινα γεφύρια αποτελούσαν απαραίτητο συμπλήρωμα του οδικού δικτύου των Αγράφων. Η θέση τους ήταν κομβική, συνήθως σημείο συνάντησης κεντρικών δρόμων, μονοπατιών και νερόμυλων. Σήμερα, τα πέτρινα γεφύρια έχουν αντικατασταθεί από σιδερένιες γέφυρες τύπου belley και καινούργιες γέφυρες κατασκευασμένες από ενισχυμένο σκυρόδεμα (μπετόν). Τα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια της περιοχής δεν είχαν κατασκευαστεί να αντέχουν το βάρος των αυτοκινήτων.
 

19. Το πνιγμένο γεφύρι του Μανόλη στα Άγραφα:

      Από τον ορεινό δρόμο που συνδέει το Αγρίνιο με το Καρπενήσι, εύκολα ο σημερινός ταξιδευτής θα προσεγγίσει το ήσυχο ορεινό χωριό Δυτική Φραγκίστα. Στη συνέχεια ακολουθώντας επαρχιακό ασφάλτινο δρόμο, θα κατηφορίσει για τις όχθες της τεχνητής λίμνης Κρεμαστών.
     Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο παράξενα αλλά και εντυπωσιακά αξιοθέατα της περιοχής, η μεγάλη τοξωτή γέφυρα του Μανόλη. Το γεφύρι αυτό κτίστηκε το 1659 και ήταν το μοναδικό πέρασμα από την Ευρυτανία προς τη δυτική Στερεά Ελλάδα. Σήμερα το όμορφο αυτό κτίσμα έχει κυριολεκτικά στοιχειώσει. Τα νερά της λίμνης, μια το πνίγουν και μια το αποκαλύπτουν στο φως του ήλιου. Γι' αυτό και οι ντόπιοι το αποκαλούν "το πνιγμένο γεφύρι του Μανόλη".

 

20. Το γεφύρι της Βίνιανης:

      Η Παλιά Βίνιανη ήταν ένα από τα πιο πολυάνθρωπα χωριά της Ευρυτανίας (του πιο ορεινού και άγονου νόμου της Ελλάδας). Το όνομά της πιθανόν να έχει λατινικές ρίζες και να προέρχεται από την λέξη "vinum" που σημαίνει κρασί. Πράγματι στις γύρω πεζούλες διακρίνονται ακόμη πνιγμένα από τα αγριόχορτα και τους θάμνους τα γερασμένα και αφρόντιστα κλήματα, που μέχρι τον πόλεμο έδιναν το εξαιρετικό ορεινό κρασί.
     Σήμερα το παλιό χωριό αν και διατηρεί μερικά από τα ομορφότερα παραδοσιακά σπίτια της περιοχής, έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω κατολισθήσεων, ενώ πια κατοικείται η Νέα Βίνιανη που έχει κτιστεί ένα χιλιόμετρο νοτιότερα. Το Ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4 οδηγεί τους λίγους πια επισκέπτες στο πέτρινο γεφύρι της Βίνιανης που δρασκελίζει με το πέτρινο βήμα του το ορμητικό ποτάμι Μέγδοβα.
     Εδώ ο θρύλος ζωντανεύει ένα στοιχειωμένο μελίσσι. Όποτε το πέρασμα του γεφυριού ήταν επικίνδυνο, το σμήνος των μελισσών δεν άφηνε τους οδοιπόρους να το διαβούν. Από πέτρα πάνω στην πέτρα ήταν τα θεμέλια, από άχυρα, λάσπη και νερό το «κουρασάνι» (συνδετική ύλη), από μεράκι, πείσμα και δεξιοτεχνία το παράστημα του γεφυριού, αγάπη, δέος και σεβασμό για το ποτάμι, η ψυχή του μάστορα.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

     H Αρκαδία είναι η καρδιά της Πελοποννήσου και ο πιο μεγάλος νομός της. Είναι ένας τόπος με πολλά βουνά, φαράγγια, χαράδρες, δάση και ποτάμια. Η πρόσβασή από το ένα χωριό στο άλλο σήμερα γίνεται εύκολα. Στα παλιά όμως χρόνια το οδικό δίκτυο ήταν ανύπαρκτο, λόγω των ορεινών όγκων, των ορμητικών χειμάρρων και των ποταμών. Έτσι η μετακίνηση των ανθρώπων , η επικοινωνία και η μεταφορά των προϊόντων τους ήταν δύσκολη. Με τα ζώα, που ήταν τα μεταφορικά τους μέσα, φορτωμένα περπατούσαν ώρες ολόκληρες με άσχημες καιρικές συνθήκες μέσα από δύσβατα μονοπάτια, απότομες πλαγιές για να φθάσουν στον προορισμό τους. Πολλές φορές όμως δεν τα κατάφερναν, γιατί κάποιος χείμαρρος είχε «φουσκώσει». Το μεγάλο αυτό πρόβλημα της επικοινωνίας έπρεπε όμως να αντιμετωπιστεί. Άνθρωποι δραστήριοι, δημιουργικοί, επινοητικοί αποφάσισαν να γεφυρώσουν τα ποτάμια χτίζοντας πετρόκτιστα γεφύρια. Τα τεχνικά μέσα που διέθεταν ήταν δυστυχώς υποτυπώδη. Διέθεταν όμως φαντασία, μεράκι και φυσικά άφθονη πέτρα. Η θέλησή τους ήταν μεγάλη. Ήθελαν να μπορούν να επικοινωνούν με τα γύρω χωριά, τους συνανθρώπους τους και να αποκλείονται με την πρώτη κακοκαιρία. Γι αυτό κατασκεύασαν τα γεφύρια, τα μεγάλα τεχνικά έργα εκείνης της εποχής, τα οποία από τη μια διευκόλυναν την καθημερινή τους ζωή και από την άλλη αποτέλεσαν αξιόλογα μνημεία της λαϊκής πολιτιστικής μας παράδοσης, τα περισσότερα από τα οποία διασώζονται μέχρι σήμερα.

21.Αλφειός Ποταμός: Γεφύρι Καρύταινας:

    Η παλιά γέφυρα έχει μήκος πάνω από 50 μέτρα και 5 άνισες αψίδες, η μεγαλύτερη έχει άνοιγμα 8,75 μέτρα. Στη δυτική πλευρά της γέφυρας είναι γαντζωμένο ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία. Μια εντοιχισμένη επιγραφή στο εσωτερικό της μας πληροφορεί ότι η γέφυρα ξαναέγινε το 1441 από τον Ραούλ Μανουήλ τον Μελική. Φαίνεται όμως ότι η γέφυρα που βλέπουμε σήμερα δεν είναι τόσο παλιά. Σε γκραβούρες που χρονολογούνται λίγο πριν το 1830 και έγιναν από μέλη της επιστημονικής εκστρατείας του Μοριά, το γεφύρι παρουσιάζεται με ένα πολύ πιο τονισμένο σαμάρι πάνω από τη μεσαία και μεγαλύτερη αψίδα. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι στις αρχές του 19ου αιώνα να έγινε κάποια επισκευή, να ισιώσανε το «σαμάρι» και να έμεινε η παλιά επιγραφή.

22. Λάδωνας Ποταμός: Το Γεφύρι της Κυράς:

     Βρίσκεται μεταξύ Μυγδαλιάς και Πουρναριάς. Είναι πεντάτοξο. Τα δύο πρώτα τόξα χτίστηκαν επί Φραγκοκρατίας. Επί Τουρκοκρατίας αργότερα προστέθηκαν τα άλλα δύο τόξα και το 1908 κτίστηκε το πέμπτο τόξο. Σύμφωνα με την παράδοση χορηγός του γεφυριού ήταν η «Κυρά» της Άκοβας. Έρχόταν από το Βυζίκι που ήταν η βαρωνία της και έπρεπε να περάσει το ποτάμι τότε διαπίστωσε, πως οι ξύλινοι κορμοί που το γεφύρωναν είχαν παρασυρθεί από τα ορμητικά νερά του ποταμού. Έτσι έδωσε εντολή με δικά της έξοδα να χτιστεί το πέτρινο γεφύρι.

23. Ελισσώνας Ποταμός Το γεφύρι της Μεγαλόπολης:

      Βρίσκεται στη Μεγαλόπολη και συνδέει αυτή με την Καρύταινα. Κτίσθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα. Έχει κατασκευαστεί με τρία ημικυκλικά τόξα και σύμφωνα με μαρτυρίες γερόντων για το κτίσιμό του χρησιμοποιήθηκαν και μάρμαρα από το Αρχαίο Θέατρο της Μεγαλόπολης.

ΘΡΑΚΗ

     Τα περισσότερα από τα παλιά γεφύρια της Ξάνθης βρίσκονται στην ορεινή περιοχή και χρονολογούνται από το 18ο-19ο αιώνα ενώ υπάρχουν και κάποια νεώτερα. Μέχρι πρόσφατα, τα γεφύρια αυτά αποτελούσαν απαραίτητο συμπλήρωμα του οδικού δικτύου. Το σημείο όπου θα κτίζονταν ένα γεφύρι καθορίζονταν από τη διαμόρφωση της κοίτης των ποταμών, έτσι ώστε η όλη κατασκευή να θεμελιώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η θέση τους ήταν κομβική – σημείο συνάντησης κεντρικών δρόμων και μονοπατιών. Εξαιτίας της σπουδαιότητας των γεφυριών, ήταν συνηθισμένο φαινόμενο κοντά τους να κτίζονται χάνια, μύλοι, στρατιωτικά φυλάκια. Τα περισσότερα παραδοσιακά γεφύρια του Ν. Ξάνθης βρίσκονται στον ποταμό Κόσυνθο και στον ποταμό Κομψάτο.

24. Γεφύρια ποταμού Κόσυνθου:

      Στο 5ο χιλιόμετρο του δρόμου Ξάνθης – Σταυρούπολης συναντάμε ένα μεγάλο σε μήκος, αλλά όχι και σε ύψος γεφύρι, από το οποίο διασώζονται δύο μεγάλες καμάρες. Ένα χιλιόμετρο πιο μετά, στον ίδιο δρόμο, βλέπουμε σε ένα παραπόταμο του Κόσυνθου ένα μικρό μονότοξο πέτρινο γεφύρι. Στο 7ο χιλιόμετρο υπάρχει μία νεώτερη μεγάλη γέφυρα, που είναι σε χρήση και στο σημερινό οδικό δίκτυο, ενώ στο 8ο χιλιόμετρο συναντάμε τα ερείπια από το μονότοξο γεφύρι που παρασύρθηκε από το νερό σε πρόσφατες πλημμύρες. Ακολουθώντας την ίδια πορεία, συναντάμε μικρά μονότοξα γεφύρια στο 8ο, 11ο, 20ο χιλιόμετρο προς τη Σταυρούπολη.

25. Γεφύρια ποταμού Κομψάτου

     Στον ποταμό Κομψάτο, συναντάμε αρκετές γέφυρες, που εντυπωσιάζουν με την αρχιτεκτονική τους τελειότητα. Αρχίζοντας από τις Θέρμες συναντάμε σε λίγο τη μεγάλη γέφυρα της Μέδουσας και μία ακόμη συνεχίζοντας το χωματόδρομο προς Κοττάνη. Αν ακολουθήσουμε το μονοπάτι προς Κούνδουρο και Τσαλαπετεινό θα οδηγηθούμε, μετά από πεζοπορία δύο ωρών σε μία επιβλητική γέφυρα με μία κεντρική αψίδα και μικρότερα τόξα στις άκρες. Στην περιοχή Σατρών υπάρχουν τέσσερεις ακόμα γέφυρες: μία νεώτερη κατασκευή του αιώνα μας, λίγο έξω από το χωριό, μία παλιά γεφύρα μέσα στις Σάτρες, μία αρκετά ψηλή στο χωματόδρομο που οδηγεί προς τον οικισμό Ακραίος και μία μικρή στο δρόμο προς το χωριό Τέμενος. Η σημαντικότερη γέφυρα του Κομψάτου, βέβαια, είναι η βυζαντινή γέφυρα του Ίασμου στην γειτονική περιοχή του Ν. Ροδόπης, πραγματικό στολίδι για όλη τη Θράκη.

Όλα τα γεφύρια μαζί, ένα πολύτιμο κομμάτι από την άγνωστη Ελλάδα του χθες.

 

Back

 

Αριθμός  επισκεπτών

από 12/8/2005

ip based webcounter

free web counter

Copyright ©

7ο Γυμνάσιο Λάρισας

2003-2014