ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΙΟΥ - ΔΕΛΤΑ ΕΒΡΟΥ

   Ο φωτισμός των ακτών ήταν από την αρχαιότητα ένα πολύπλοκο πρόβλημα. Η πρώτη σκέψη ήταν να συντηρούνται στις ακτές μεγάλες φωτιές που να κατευθύνουν τα πλοία. Για να φαίνονται από μακριά, οι φωτιές αυτές άναβαν πάνω σε ψηλούς πύργους και συντηρούνταν καίγοντας ξύλα ή χρησιμοποιώντας λίπος ζώων και άλλες καύσιμες ύλες. Όμως οι βροχές και οι άνεμοι έσβηναν ακόμα και την πιο δυνατή φωτιά. Χρειάστηκε, επομένως, να βρεθεί ένα κάλυμμα για τη φωτιά.
 

      Τη λύση έδωσε αρκετούς αιώνες μετά το γυαλί, που μπορούσε να προστατεύσει τη φλόγα χωρίς να μειώσει τη φωτεινότητά της. Όμως η καύσιμη ύλη έβγαζε πυκνό καπνό που κάλυπτε το γυάλινο κάλυμμα του φάρου και έκρυβε το φως του. Για πολλούς αιώνες οι φάροι φώτιζαν τη νύχτα τόσο αμυδρά που από μακριά έμοιαζαν με μικρά κεριά, τα οποία οι ναυτικοί έπρεπε να έχουν εξασκηθεί για να μπορούν να διακρίνουν. Επιπλέον, υπήρχε πάντα πρόβλημα εφοδιασμού τους και αποθήκευσης της καύσιμης ύλης. Φυτικά λάδια και ιχθυέλαια χρησιμοποιούνταν μέχρι τον 18ο αιώνα ως καύσιμη ύλη στους φάρους, καθώς, παρά το υψηλό τους κόστος, προσέφεραν καλύτερο αποτέλεσμα.

 

       Ο φωτισμός των φάρων δεν είχε μεγάλη απόδοση μέχρι το 1780 όταν ο Ελβετός μηχανικός Aime Argand εφεύρε τον καυστήρα–λάμπα πετρελαίου που φέρει το όνομα του. Ο καυστήρας αυτός χρησιμοποιούσε ένα φυτίλι από το οποίο εξατμίζονταν το πετρέλαιο. Ο καυστήρας αυτός αργότερα προσαρμόσθηκε για χρήση στο φωτισμό με φωταέριο ενώ το 1901 ο Arthur Kitson κατασκεύασε έναν καυστήρα μέσα στον οποίο το πετρέλαιο εξατμίζονταν σ’ένα χάλκινο σωλήνα . Το σχέδιο του Kitson βελτιώθηκε από τον David Hood  το 1921, αυτός ο τύπος καυστήρα χρησιμοποιήθηκε ως τις μέρες μας,όταν δεν ήταν εφαρμόσιμο το ηλεκτρικό ρεύμα .

   Η μεγάλη εφεύρεση , που έλυσε οριστικά το πρόβλημα του φωτισμού των φάρων, ήταν η λυχνία  [Fresnel]. Ο Γάλλος φυσικός Φρενέλ χρησιμοποίησε τους λεγόμενους καταδιοπτρικούς δακτυλίους, πετυχαίνοντας τη διάθλαση και ανάκλαση του φωτός μέσα από πολύπλοκα γυάλινα πρίσματα. Έτσι με μια μικρή αρχικά εστία φωτός, ο φάρος απέκτησε μια ισχυρή  φωτεινή δέσμη που έφτανε μίλια μακριά. Με τη χρήση του πετρελαίου, από τα μέσα του 18ου αιώνα, ο ένας φάρος μετά τον άλλο αντικαθιστούν τα μηχανήματά τους.

        Οι απαιτήσεις όμως της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για ανεγέρσεις φάρων σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως οι ύφαλοι, οι σκόπελοι, οι βραχονησίδες κ.α. και η ανάγκη επάνδρωσης των φάρων αυτών, οδήγησε την έρευνα στην κατασκευή φωτιστικών μηχανημάτων που δεν απαιτούσαν την καθημερινή ανθρώπινη παρουσία. Έτσι το  1911 η Σουηδική εταιρία AGA παρουσίασε μια τέτοια συσκευή που λειτουργούσε με αέριο ασετυλίνης. Η συσκευή αυτή άναβε αυτόματα τη νύχτα και τις μέρες με πυκνή συννεφιά και έσβηνε πάλι αυτόματα όταν υπήρχε επαρκής ορατότητα. Την περίοδο 1913-1916 εγκαταστάθηκαν  25 τέτοιοι αυτόματοι φάροι σε ισάριθμες περιοχές της χώρας μας.

       Από το 1946 έχουμε τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος στη λειτουργία των φάρων, εκεί όπου τα κτίσματα ήταν προσιτά και η ηλεκτροδότησή τους ήταν εύκολη. Τα τελευταία χρόνια σταδιακά εγκαταλείπεται και η ηλεκτρική ενέργεια και αντικαθίσταται με φωτοβολταϊκά στοιχεία που μετατρέπουν την  ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρική.

 

      Στο Ελληνικό Φαρικό δίκτυο χρησιμοποιήθηκαν τα παρακάτω είδη φάρων:

1. Φάροι πετρελαίου σταθεροί
    
 Α
πό το 1830 και για έναν αιώνα περίπου λειτούργησαν οι πρώτοι πυρσοί του Φαρικού Δικτύου. Ήταν όμως επιτηρούμενοι, είχαν περιορισμένες δυνατότητες, ενώ λειτουργούσαν μόνο με τη βοήθεια του φαροφύλακα και κατά την εξής διαδικασία: Ο Φαροφύλακας άναβε μια κοινή λυχνία πετρελαίου, μετά τη δύση του ηλίου, την οποία τοποθετούσε σ’ ένα μεγαλύτερο φανάρι και υπερύψωνε με τη βοήθεια μιας στήλης. Ρόλος του φαροφύλακα ήταν να παρακολουθεί όλη τη νύχτα το φάρο, ώστε να διατηρεί σταθερό το φως και τον έσβηνε το πρωί. Ένας μικρός χώρος (οίκημα) έπρεπε να υπάρχει δίπλα στο φάρο, όπου μπορούσε να διαμένει ο φαροφύλακας αλλά και για να αποθηκεύει πετρέλαιο, ανταλλακτικά και διάφορα άλλα εξαρτήματα, που χρησίμευαν στο φάρο. Σε μερικούς φάρους υπήρχε ένα θυλάκιο μόνο για το πετρέλαιο και τα διάφορα εξαρτήματα ενώ ο φαροφύλακας διέμενε στον πλησιέστερο οικισμό. Τέτοιοι φάροι υπήρχαν κυρίως στα λιμάνια και λειτούργησαν μέχρι το 1930. Καταργήθηκαν επειδή είχαν περιορισμένες δυνατότητες και απαιτούσαν υψηλό κόστος λειτουργίας.

 

2. Φάροι πετρελαίου αναλάμποντες
     
Γ
ύρω στο 1880 άρχισαν να τοποθετούνται πυρσοί. Το όλο σύστημα αποτελείται από μια συστοιχία αεροδόχος – πετρελαιοδόχος, βάσει των οποίων περνάει το φωτιστικό πετρέλαιο σε μια λυχνία, τύπου ΛΟΥΞ. Η συγκεκριμένη λυχνία ήταν τοποθετημένη στο κέντρο ενός οπτικού, που περιστρεφόταν με τη βοήθεια μιας ωρολογιακής μηχανής. Ο φαροφύλακας, μετά τη δύση του ηλίου, τοποθετούσε πετρέλαιο στην ειδική υποδοχή (πετρελαιοδόχη) και με μια κοινή τρόμπα αέρα στην αεροδόχη. Μ’ αυτόν τον τρόπο προωθούνταν το πετρέλαιο στη λυχνία και με την κατάλληλη προθέρμανση γινόταν εξαέρωση πετρελαίου. Ο ωρολογιακός μηχανισμός κουρδίζονταν με τη βοήθεια ενός βαριδιού, το οποίο κινούνταν κάθετα στον πύργο του φάρου και μέσα από ειδική διάταξη που τα γρανάζια περιέστρεφαν το οπτικό. Κάτω από την επίπεδη βάση τοποθετούνταν υδράργυρος για την αποφυγή τριβών. Ο φαροφύλακας παρακολουθούσε το μηχάνημα όλη τη νύχτα και κούρδιζε το μηχανισμό κάθε φορά που το βάρος του ωρολογιακού μηχανισμού έφτανε στη βάση του πύργου. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν κάθε φορά, ανάλογα με τις στροφές του οπτικού και το ύψος του πύργου ανά πρώτο λεπτό. Τα φωτιστικά αυτά μηχανήματα ήταν ταξινομημένα σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το μέγεθος της λυχνίας και του οπτικού, ήταν πολύ αξιόπιστα και έδιναν φωτοβολία σε ακτίνα 15-20 μιλίων. Λειτούργησαν για έναν αιώνα. Είχαν μεγάλη αξιοπιστία, απαιτούσαν όμως μεγάλο κόστος συντήρησης και λειτουργίας... Ο τελευταίος φάρος πετρελαίου ήταν ο φάρος του Σιγρίου στη Λέσβο. Ο συγκεκριμένος έγινε ηλεκτρικός το 1985.

 

3. Αυτόματοι φάροι ασετυλίνης
     
Τ
ο 1915 οι φάροι πέρασαν σ’ ένα άλλο επίπεδο λειτουργίας, αυτό με την ασετυλίνη. Η ασετυλίνη, ένας υδρογονάνθρακας, ερχόμενη σε επαφή με το οξυγόνο του αέρα καίγεται, παρέχοντας κυανή φλόγα υψηλότατης θερμότητας. Αυτό οδήγησε στην αυτόματη λειτουργία του φάρου, χωρίς να απαιτείται η παρουσία του φαροφύλακα. Mε τους αυτόματους φάρους ασετυλίνης δόθηκε η δυνατότητα να φωτοσημανθούν βραχονησίδες και ν’ αποφευχθούν οι ναυτιλιακοί κίνδυνοι, κάτι που δεν ήταν εφικτό μέχρι τότε. Η λειτουργία αυτών των φάρων γινόταν ως εξής: Μέσα σ’ ένα θυλάκιο τοποθετούνται 2 έως 10 φιάλες ασετυλίνης (ο αριθμός των φιαλών εξαρτάται από την ετήσια κατανάλωση αερίου). Το αέριο μεταφέρεται, μέσω σωληνώσεων, στην κεφαλή του φάρου (οπτικό) και καταλήγει σ’ έναν εκλαμπτήρα. Η λειτουργία του εκλαμπτήρα γίνεται μηχανικά με την πίεση του αερίου κι έτσι το αέριο περνάει σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα, καταλήγοντας σ’ έναν καυστήρα όπου και καίγεται, δημιουργώντας αναλαμπές. Τέλος ο εφοδιασμός των φάρων με αέριο γίνεται κάθε χρόνο. Έχουν τη μεγαλύτερη αξιοπιστία. Αν και μπορούν να λειτουργήσουν επί δεκαετίες χωρίς επισκευή, καταργούνται σταδιακά λόγω του υψηλού κόστους ανταλλακτικών .

 

4. Φάροι ηλεκτρικοί
     
 Ε
ίναι αυτόματοι και λειτουργούν με ηλεκτρικό ρεύμα από το 1945 στη χώρα μας. Αντικατέστησαν τους φάρους που δούλευαν με ασετυλίνη. Οι ηλεκτρικοί φάροι έχουν το πλεονέκτημα να φωτοβολούν σε πολύ μεγάλη απόσταση από το φάρο και απαιτούν χαμηλότερο κόστος λειτουργίας και συντήρησης. Αυτό τους κάνει να θεωρούνται ως οι ιδανικότεροι, γιατί έχουν πάρα πολλές δυνατότητες.

 

5. Ηλεκτρικοί φάροι τροφοδοτούμενοι με ηλιακή ενέργεια
       
Ε
ίναι νέας τεχνολογίας που εφαρμόζεται από το 1980. Οι συγκεκριμένοι φάροι τροφοδοτούνται με ηλιακή ενέργεια όπου η ακτινοβολία συλλέγεται από κάτοπτρα και αποθηκεύεται στους συσσωρευτές. Το μέγεθος της λυχνίας και η ισχύς της ηλιακής γεννήτριας ,καθορίζεται από την επιθυμητή φωτοβολία. Η χωρητικότητα των συσσωρευτών υπολογίζεται έτσι ώστε ο φάρος να λειτουργεί χωρίς πρόβλημα για 15 μέρες όταν οι καιρικές συνθήκες είναι δυσμενείς.

  Την τελευταία δεκαπενταετία , ένα υπερσύγχρονο βοήθημα ναυσιπλοΐας άλλαξε τα δεδομένα, σηματοδοτώντας το "τέλος εποχής" για τους φάρους: το G.P.S  ή G.P.S. D είναι ένας μικρός υπολογιστής που βρίσκεται σε κάθε πλοίο και λαμβάνει δεδομένα από ένα δίκτυο δορυφόρων για να καθορίζει το στίγμα του στη θάλασσα. Λειτουργεί σε όλες τις καιρικές συνθήκες και εκτός από το σήμα μπορεί να εφοδιάσει τα πλοία με πολλά ακόμη δεδομένα σε σχέση με την κατάσταση των ακτών, το βάθος της θάλασσας, την κατάσταση του βυθού κ. α.

     Οι φωτεινοί σηματοδότες που οδηγούν τα πλοία στις εισόδους των λιμανιών ή τα προφυλάσσουν από ξέρες χρησιμοποιούνται ευρέως ακόμα και σήμερα. Αλλά οι μεγάλοι και επιβλητικοί φάροι περνούν σιγά σιγά σε αχρησία. Ήδη οι περισσότεροι από αυτούς στις Η.Π.Α, στη Γαλλία, τη Βρετανία και αλλού, έχουν πουληθεί σε ιδιώτες, έχουν μετατραπεί σε μουσεία, αξιοθέατα ή ξενοδοχεία. Όποια και να είναι η σημερινή τους χρήση, πάντως, οι φάροι αποτελούν τμήμα της ναυτικής παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε χώρας, φωτεινοί γίγαντες που δείχνουν τον δρόμο μέσα στις τρικυμίες, σύμβολα πορείας και προορισμού.
 

 

Copyright ©

7ο Γυμνάσιο Λάρισας  2012

Σχεδιασμός & Επιμέλεια: Χουρμουζιάδου Δέσποινα - Γαλλικών