ΛΑΡΙΣΑ στην Τουρκοκρατία

      Η Λάρισα πρωτοέπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1396. Πρώτος εισέβαλε ο σουλτάνος Βαγιαζήτ, ο οποίος με τις άγριες ορδές του κατέλυσε ολόκληρη την Ελλάδα.  Το 1403 όμως, τόσο η Λάρισα όσο και οι άλλες θεσσαλικές πόλεις, επειδή οι διάδοχοι του Βαγιαζήτ μάλωναν, ξαναδόθηκαν στο Βυζάντιο. Υπέκυψε όμως οριστικά στους Τούρκους τριάντα χρόνια πριν καταληφθεί η Κωνσταντινούπολη, το 1423, όταν οι τουρκικές δυνάμεις, που διοικούσε ο στρατάρχης Τουραχάν, επί Σουλτάνου Μουράτ Β’, κατέλαβαν τη Λάρισα, παρά τον απεγνωσμένο αγώνα, στον οποίον είχαν ριχτεί οι κάτοικοί της. Έτσι λοιπόν, το σύνολο της Θεσσαλίας, γίνεται μέρος της νέας Τουρκικής αυτοκρατορίας.

     Μόλις οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη, οι Λαρισαίοι και όσοι είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη για τη υπεράσπισή της, κατέφυγαν στον Όλυμπο και τον Κίσαβο. Εξαίρεση αποτέλεσαν εκείνοι που βρίσκονται στο χώρο του Φρουρίου. Υπάρχει, όμως και μια Τουρκική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία οι ευρισκόμενοι στο Φρούριο και στη γύρω περιοχή του, παραδόθηκαν αμαχητί. Πρέπει, όμως,  να  σημειωθεί, ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκικής επιδρομής, δεν υπήρχε στη Λάρισα στρατιωτική δύναμη, γι’ αυτό και ανέλαβαν την υπεράσπισή της, μόνοι τους, οι κάτοικοι της πόλης.

     Ο Σουλτάνος, αμείβοντας τον Τούρκο Τουραχάν, για τις υπηρεσίες του, παραχώρησε σ’ αυτόν, ως τιμάριο, ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αφού οι ορδές του προέβησαν σε πολλές πράξεις, που προκάλεσαν στους Λαρισαίους φρίκη και τρόμο, μετέτρεψαν τις εκκλησίες σε τζαμιά και άρπαξαν τις περιουσίες και τα κτήματα των ντόπιων. Κανένας χριστιανός δεν ήταν πια κύριος της περιουσίας του.

   Στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας (1423-1881) η διοίκηση της πόλης ανήκει στον πασά Λάρισας και το συμβούλιό του. Η Λάρισα εποικίζεται με Τούρκους, ήδη από το στρατηγό Τουραχάν,  ενώ ο ελληνικός πληθυσμός μετακινείται στις ορεινές και άγονες περιοχές. Η Λάρισα φέρει τώρα το όνομα "Γενί Σεχίρ" (=Νέα Πόλης) και αποτελεί το στρατιωτικό κέντρο των τουρκικών δυνάμεων. Η έδρα της μητροπόλεως μεταφέρεται στον Τίρναβο. Η πόλη γνωρίζει τεράστια ανοικοδόμηση, ενώ παράλληλα καταστρέφονται τα "βυζαντινά" κτίσματα.

    Ανεγείρονται δεκάδες τζαμιά και δημόσια κτίρια. Χαρακτηριστικά μνημεία της εποχής τα τζαμιά, τα οποία άρχισαν να οικοδομούνται αμέσως μετά την κατάκτηση της πόλης και τα οποία της δίνουν ένα εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα. 20 - 25 τζαμιά αναφέρονται στα κείμενα των διάφορων περιηγητών που κατά καιρούς επισκέφθηκαν την πόλη. Τα πιο ξακουστά είναι το Μπαϊράκ τζαμί, το τζαμί του Ομέρ μπέη, το τζαμί του Αζίζ εφέντη, το Χατζή Μπεκίρ τζαμί, το Γενί τζαμί, το Εσκί τζαμί, το Σαάτ τζαμί, το τζαμί Μπουρμαλί κ. α. Από όλα υπερέχει το τζαμί του Hassan Bey δίπλα στη γέφυρα του Πηνειού, που έχει μολυβδοσκέπαστο τρούλο. Είναι τόσο μεγάλο τέμενος που χωράει πενήντα χιλιάδες άτομα. Το τζαμί κατεδαφίστηκε το 1908.

   Στα τέλη του 19ου αιώνα ο αριθμός των τζαμιών αρχίζει να μειώνεται αφού αρκετά από αυτά εγκαταλειμμένα και ερειπωμένα  καθώς ήταν, άρχισαν να κατεδαφίζονται ως ετοιμόρροπα, ενώ άλλα παραδόθηκαν σε νέες χρήσεις. Από τη μεγάλη σειρά τζαμιών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν επί  αιώνες στη Λάρισα,  σήμερα διατηρούνται μόνο δύο: το Γενί Τζαμί , που σήμερα σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση και λειτουργεί σαν το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης,

Γενί τζαμί

   και τμήματα του τζαμιού Bayrakli , που βρισκόταν στη συμβολή των οδών Παπαφλέσσα και Όσσας. Υπολείμματά του αποκαλύφθηκαν το Φεβρουάριο του 1994 στο χώρο του κατεστραμμένου από φωτιά ζαχαροπλαστείου του Δημ. Μέγα.

Μπαϊρακλί τζαμί

   Αναμφισβήτητα, το κέντρο της λαρισαϊκής αγοράς κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ήταν το μπεζεστένι. Ήταν "κέντρο" τόσο από άποψης σημασίας, όσο και γεωγραφικά, αν και βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από την αγορά αυτή καθ' εαυτή, λόγω της θέσης του στην κορυφή του λόφου του Φρουρίου. Μετά την ανέγερση του, συγκέντρωσε γύρω του ακόμα περισσότερη εμπορική, αλλά και βιοτεχνική δραστηριότητα, ορίζοντας πλέον ξεκάθαρα τον εμπορικό πυρήνα της Λάρισας, έναν πυρήνα που διατηρείται ανέπαφος και στην ίδια θέση μέχρι και σήμερα.

Μπεζεστένι

   Κατ' αρχάς, γύρω από μπεζεστένι, συγκεντρώθηκαν θρησκευτικά κτίρια. Στα ανατολικά του χτίστηκε ένα τζαμί, που έμεινε γνωστό με το όνομα "Τζαμί Παζάρ", αν και σήμερα δε σώζεται. Μερικές εκατοντάδες μέτρα παρακάτω, πιο κοντά στους πρόποδες του λόφου, χτίστηκε κι άλλο ένα τζαμί. Λόγω του ότι ο ιμάμης του τζαμιού αυτού ύψωνε μια σημαία, δίνοντας σήμα και στους υπόλοιπους ιμάμηδες της περιοχής να καλέσουν τους πιστούς για προσευχή, το τζαμί πήρε το όνομα "Μπαϊρακλί Τζαμί" .

   Επιπλέον, μπροστά από το μπεζεστένι, οργανωνόταν η μία από τις δύο εβδομαδιαίες λαϊκές αγορές, η Δευτέρα και η Τετάρτη (λόγω του ότι γίνονταν την αντίστοιχη ημέρα). Η λαϊκή αγορά αυτή γινόταν μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.

   Από  ιστορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε πολλά για την αγορά της Λάρισας εκείνη την περίοδο  Βόρεια και δυτικά του λόφου του Φρουρίου είχαν συγκεντρωθεί η βιοτεχνία. Βόρεια του Φρουρίου βρίσκονταν οι βυρσοδέψες, που έδωσαν και το όνομα στη συνοικία στην οποία βρίσκονταν. Επί τουρκοκρατίας λεγόταν "Ταμπάχανα", ένα όνομα που διατηρείται σήμερα σαν "Ταμπάκικα", αν και το επίσημο όνομα της συνοικίας είναι Αμπελόκηποι. Στην ίδια περιοχή αργότερα χτίστηκε και ένας ατμόμυλος, για το άλεσμα των σιτηρών. Κοντά στη γέφυρα του Πηνειού ήταν συγκεντρωμένα τα εργαστήρια κατασκευής και επιδιόρθωσης κάρων, τα "σαράτσικα", για να είναι κοντά στα πολλά χάνια που υπήρχαν στην αγορά. Η περιοχή εκείνη ονομαζόταν γι' αυτό το λόγο "Σαρατσλάρ".

    Κατά μήκος όλης της σημερινής οδού Βενιζέλου, αναπτυσσόταν η εμπορική δραστηριότητα της Λάρισας με τη συνηθισμένη τάση των Τούρκων να συγκεντρώνουν όμοια καταστήματα σε μικρούς πυρήνες. Στη σημερινή οδό Μελετίου ήταν το Τσιλινκιρλέρ, όπου ήταν όλα τα καταστήματα κατασκευής κλειδιών και άλλων διάφορων άλλων μικρών μεταλλικών αντικειμένων, ενώ η οδός Ηφαίστου ήταν το Χασαπλάρ Σοκάκι, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι κρεοπώλες. Στην οδό Ανδρούτσου βρίσκονταν τα χαλκουργεία, τα "Καζαντζήδικα" και μάλιστα ο δρόμος αυτός διατηρεί ανεπίσημα το όνομα αυτό ως και σήμερα.

  

Μεγάλο Χαμάμ

   Στο κέντρο της αγοράς και μπροστά στο δρόμο που οδηγούσε στο μπεζεστένι βρίσκονταν και δύο χαμάμ, το Μεγάλο και το Μικρό (κιουτσούκ χαμάμ), ενώ άλλα δύο ήταν πίσω από την αγορά, κοντά στον Πηνειό. Το Μεγάλο Χαμάμ σώζεται σήμερα κατακερματισμένο ανάμεσα στα καταστήματα που βρίσκονται μέσα του και μάλιστα ο τρούλος του είναι ευδιάκριτος από την οδό Βενιζέλου. Το Μικρό Χαμάμ έχει κατεδαφιστεί και στη θέση του βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο "Divani Palace".

  Στη Λάρισα έμεναν πάντα οι πλούσιοι Μπέηδες, που χάρη στα πλούτη τους, μπορούσαν να είναι πανίσχυροι και υπολογίσιμοι στο Σουλτάνο. Χαρακτηριστικό του πόσο πλούσια ήταν η Λάρισα, είναι εκείνο που έλεγαν σε κάθε περίπτωση οι Τούρκοι, όταν ήθελαν να παινέψουνε την Πηνειούπολη, για τα πλούτη της:

« Λάρισα – Λάρισα, που και πλούτη έχεις και δόξα έχεις »

   Ο 17ος αιώνας. άφησε έντονα τα ίχνη του στην πόλη της Λάρισας και τη γύρω περιοχή. Οι συνήθεις και γνωστές επιδημίες της χολέρας, οξύτατες και συχνές λόγω του νοσηρού κλίματος στα πεδινά μέρη, λιγόστεψαν δραστικά τον πληθυσμό. Το πρώτο μισό του 18ου αι. χαρακτηρίζεται από μια σειρά έντονων επιδημιών και θεομηνιών (θανατικό, χολέρα το 1719, πλημμύρα το 1729, πείνα και θάνατος το 1742, έντονοι καταστρεπτικοί σεισμοί στη δεκαετία του 1730 και το 1743). Την ίδια περίοδο που η Λάρισα βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση, στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Όσσας και του Ολύμπου συντελείται το θαύμα του δεύτερου μισού του 18ου αι. Η οικοτεχνία μετεξελίχθηκε σε μια ανθηρή βιοτεχνία, την οποία προώθησε ένα δυναμικό εμπόριο, που ανέπτυξαν κατά βάση οι Αμπελακιώτες.

  Ο γάλλος κληρικός Robert De Dreux, που συνόδευε το σουλτάνο Μωάμεθ τον Δ’ στη Λάρισα το 1665, περιγράφει χαρακτηριστικά την πόλη της εποχής.

  " Η Λάρισα είναι πόλις πολύ εκτεταμένη αλλά τόσον κακοκτισμένη, ώστε να δίδει την εντύπωση μάλλον ενός χωριού ή πόλεως. Τα περισσότερα σπίτια είναι μονόροφα και κτισμένα με πλινθιά. Ηρώτησα διατί, ενώ η πόλις είναι τόσο μεγάλη και εμπορική, δεν οικοδομούν σπίτια στερεωμένα. Μου απήντησαν ότι η πόλη υποφέρει από μεγάλους σεισμούς και οι κατοικίες θα κατέρρεαν εάν ήταν υψηλότερες.  Είδα εν τούτοις έναν μπιζεστέν (Στοά αγοράς), ένθα οι έμποροι εκθέτουν τα εμπορεύματά τους και κάποια τεμένη ωραία ".

    Στα τέλη του 18ου αιώνα νότια του λόφου του Φρουρίου επεκτείνεται το κέντρο της πόλης, με τις κατοικίες των Τούρκων, ενώ οι τομείς κατοικίας του χριστιανικού πληθυσμού είναι 6, οι 5 στη δεξιά όχθη του Πηνειού γύρω από τις τουρκικές συνοικίες και η μία στην αριστερή όχθη. Πρόκειται για τις συνοικίες:  Τρανό Μαχαλά, που ήταν η περιοχή του Φρουρίου και το κέντρο της Λάρισας, τα Ταμπάκικα (σημερινοί Αμπελόκηποι), τα Σουφλάρια, όπου σήμερα η συνοικία των Αγίων 40 Μαρτύρων, του Παράσχου, τη σημερινή περιοχή του Αγίου Νικολάου, τον Αρναούτ Μαχαλά , στον Άγιο Αθανάσιο και τον Πέρα Μαχαλά, σήμερα περιοχή του Αγίου Χαραλάμπους.

     Δυτικά του λόφου υπάρχει γέφυρα, που ενώνει τις δύο όχθες του Πηνειού και τον Πέρα  Μαχαλά με την υπόλοιπη πόλη. Στα τέλη της τουρκοκρατίας στην πλατεία Θέμιδος (σημερινή κεντρική πλατεία) χτίζεται το Διοικητήριο της Λάρισας, που με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας μετατρέπεται  σε έδρα των δικαστικών αρχών, όπως συνεχίζει να ’ναι και σήμερα.

    Στο χώρο της σημερινής πλατείας υπάρχουν τα τουρκικά λουτρά (πολύ κοντά με το χώρο συγκροτήματος θερμών της ρωμαϊκής εποχής) . Τα τείχη της πόλης με το ποτάμι  περιορίζουν την πολεοδομική επέκταση της πόλης, καθορίζοντας σαφώς τα όριά της.  Οι πύλες και η γέφυρα είναι οι πόρτες της πόλης, τα σημεία επικοινωνίας με τον περιβάλλοντα χώρο, με τον υπόλοιπο κόσμο.

   Κατά τον 19ο αι. γίνεται φανερή μια οικονομική ύφεση στις περιοχές, οι οποίες με τη δραστηριότητά τους, βιοτεχνική και εμπορική, ζωογονούσαν ολόκληρη την περιοχή. Ωστόσο, την περίοδο αυτή υπήρξαν ικανοί δάσκαλοι, αξιόλογες εκδόσεις, πρωτοποριακές για την εποχή τους, που εκδόθηκαν με έξοδα ή με τη γενναία συνδρομή των εμπόρων και πρόσφεραν στους κατοίκους το αγαθό μια ανωτέρου επιπέδου παιδείας. Δύσκολα παραγκωνίζεται η προσφορά του Πέζαρου, του Ασάνη, του Σακελλαρίου, του Κωνσταντά, του Κούμα κ.α. που δίδαξαν και έγραψαν και σκόρπισαν το φως της γνώσης και πολύ έξω από τα όρια της Θεσσαλίας.
   Η επανάσταση του Εικοσιένα έπληξε επίσης την περιοχή. Κανένας λόγος βέβαια για επαναστατικά κινήματα σε άλλη περιοχή εκτός του Ολύμπου. Εκεί αναπτύχθηκαν διάφορα σώματα ελεύθερων πολεμιστών, οι ονομαζόμενοι κλέφτες. Η έντονη παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων στην πόλη, βασικό σταθμό ανεφοδιασμού και αφετηρία στρατιών προς την Ήπειρο ή τις νότιες περιοχές του Ελλαδικού χώρου, εξουδετέρωνε κάθε σκέψη για περί του αντιθέτου πρακτική.

    Στα επόμενα χρόνια εκτός από τα Ορλωφικά και την απόπειρα εξέγερσης του Χριστόφορου Περραιβού (1823), δεν έγινε καμία άλλη αξιόλογη προσπάθεια επανάστασης. Νέες απόπειρες εξέγερσης έγιναν το 1854 και το 1878 αλλά απέτυχαν. Όλες αυτές οι αλλεπάλληλες επαναστάσεις, έφεραν την καταστροφή και την ερήμωση, αλλά κράτησαν , όμως, άσβηστο τον πόθο για την ελευθερία.

   Κατά τα τελευταία χρόνια πριν την εξέγερση του 1877-1878, παρατηρείται το φαινόμενο της συγκέντρωσης με μεγάλες αγορές ιδιοκτησιών (τσιφλικιών) των Τούρκων από Έλληνες της διασποράς εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη ή στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Είναι το προοίμιο των γρήγορων και ληστρικών αγορών που έγιναν στην περίοδο των ετών 1880-1881 και αργότερα, και δημιουργήθηκε το σοβαρό Αγροτικό Ζήτημα της Θεσσαλίας.
     
Μετά την επανάσταση του 1878 έγινε το συνέδριο του Βερολίνου, στις 9 Ιουνίου 1878, όπου αποφασίστηκε η διαφορά μεταξύ της Ελλάδας (που τότε τα σύνορα της έφταναν ως τη Στερεά, λίγο πιο κάτω από τον Αλμυρό) και της Τουρκίας, να διευθετηθεί με απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών. Έτσι συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο του 1879, αντιπροσωπείες από τις δύο χώρες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τελικά, έγινε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη συνάντηση των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων, χωρίς την παρουσία της Ελλάδας, όπου και αποφασίστηκε να παραχωρηθεί στο ελληνικό κράτος ολόκληρη η Θεσσαλία και μικρό κομμάτι της Ηπείρου.   Στις 20 Αυγούστου 1881 η πόλη αποδόθηκε επιτέλους στην Ελλάδα. Το 1882 ιδρύθηκε ο νομός Λάρισας και η πόλη βρήκε το ρυθμό της.

    Με την απελευθέρωση του 1881 η Λάρισα έχασε το μεγαλύτερο ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού της. Γύρω στα 1890,  έχει πληθυσμό 13610 κατοίκων, που κατοικούν σε έξι συνοικίες.

   Δυστυχώς δέκα έξι χρόνια μετά την απελευθέρωση είχαμε τον άτυχο πόλεμο του 1897. Η Ελλάδα οδηγήθηκε σε μια στρατιωτική ήττα, ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τη Θεσσαλία παρ’ όλες τις γενναίες και νικηφόρες μάχες της ελληνικής ταξιαρχίας στο Βελεστίνο και οι Τούρκοι κατέλαβαν και πάλι τη Λάρισα. Τα δεινά των κατοίκων ήταν απερίγραπτα. Όμως τον Νοέμβριο του 1897 υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, ο τουρκικός στρατός  αποχώρησε και η Λάρισα αποδόθηκε πλέον οριστικά στην Ελλάδα.

ip based webcounter